728x90 AdSpace

  • ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

    Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

    Ο γάτος, ο σκύλος και ο πονηρός πόντικας...

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γάτος που ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι, αρχοντικό. Λιαζόταν όλη μέρα μπροστά από την πόρτα που οδηγούσε στο κελάρι με τα φαγητά και έτσι όπως ήταν μαύρος και γρήγορος, τα αφεντικά του, τον είχαν για φύλακα. Ο γάτος που είχε μάθει στην καλή ζωή έτρωγε από μικρός τα καλύτερα φαγητά, για αυτό και ποτέ δεν κυνηγούσε επειδή πεινούσε παρά μόνο επειδή αυτή ήταν η δουλεία του.
    Μια μέρα, εκεί που κοιμόταν του καλού καιρού χορτάτος, ήρθε και στάθηκε μπροστά του ένας ποντικός, γκρίζος και μικρούλης που ροκάναγε ένα κουκούτσι. Ο γάτος άκουσε τα ροκανίσματα και ξύπνησε. Άνοιξε τεμπέλικα το μάτι και κοίταξε το ποντίκι.
    «Τι γυρεύεις εδώ πόντικα; Φύγε να χαρείς από μπροστά μου γιατί με τα μασουλήματα σου ξεσήκωσες τον τόπο όλο.»
    Χράτσα χρούτσα ο ποντικός δεν έλεγε να φύγει.
    «Μπα σε καλό σου και μου χάλασες τον ύπνο. Τι θες μωρέ και με κοιτάς και μασουλάς; Θα μου πεις η θα σε πάρω στο κυνήγι;»
    Ο ποντικός κουνούσε τα μουστάκια του πέρα δώθε.
    «Ήθελα να δω αν...
    είναι αλήθεια αυτά που λένε για την αφεντιά σου κυρ-γάτε»
    Ο Γάτος ανασκελώθηκε αργά αργά και τεντώθηκε σαν σανίδα. Χασμουρήθηκε και αφού έπλυνε την μουτσούνα του κοίταξε πάλι τον ποντικό με ενδιαφέρον.
    «Μπα! Και τι λένε για την αφεντιά μου πόντικα; Άντε, κι έβλεπα ένα ψάρι ωραίο και ζουμερό στον ύπνο μου αλλά δε βαριέσαι. Για πες λοιπόν!»
    «Θα σου πω τι λένε» είπε ο ποντικός που τώρα είχε φάει το κουκούτσι.
    «Λένε πως είσαι μεγάλος και τρομακτικός, κατάμαυρος σαν τη νύχτα και γρήγορος σαν τον άνεμο. Κανένας από εμάς δεν τολμά να έρθει πια στο κελάρι απ όταν ανάλαβες εσύ υπηρεσία. Δεν σε είχα δει με τα μάτια μου ποτέ, και ήθελα να δω αν είναι αλήθεια.»
    «Σοβαρά μιλάς πόντικα; Για μένα τα λένε όλα αυτά; Κοίτα να δεις και δεν το ήξερα.» Είπε και γέλασε περήφανα.
    «Ναι αλήθεια σου λέω κυρ-γάτε. Μπέσα!»
    «Και για πες μου τώρα, μιας και μου είπες όλα τα άλλα» είπε ο γάτος. «Εσύ που ήρθες ως εδώ, πως και δεν φοβάσαι.»
    «Αν φοβάμαι λέει; Τρέμει το φυλλοκάρδι μου κυρ-γάτε» είπε ο ποντικός. «αλλά να σου πω την αλήθεια ξέρω πως είσαι χορτάτος από φρέσκο ψαράκι. Εμάς μόνο μας κυνηγάς, γιατί δεν είμαστε του γούστου σου.»
    «Σωστά τα λες πόντικα σε βρίσκω καλά πληροφορημένο κι ας με βλέπεις για πρώτη φορά». Είπε ο γάτος και άρχισε να γλύφει την πατούσα του.
    «Θα με αφήσεις να πάρω ένα καρυδάκι;» είπε ο ποντικός. Ο γάτος γούρλωσε τα μάτια του σαστισμένος.
    «Τι είπες βρε μασκαρά;» φώναξε.
    Ο ποντικός τρόμαξε με την φωνή του γάτου αλλά δεν κουνήθηκε.
    «Άσε με να πάρω ένα καρυδάκι να το πάω στο σπίτι μου, να φάει και η οικογένεια μου. Όλο με κουκούτσια την βγάζουμε. Τόσα έχει μέσα στο σακί. Θα μπω με τρόπο στο κελάρι, θα πάρω ένα καρυδάκι και θα φύγω γρήγορα. Δεν θα πω τίποτα σε κανέναν, έχεις το λόγο μου! Όλοι θα λένε πως είσαι φοβερός και τρομερός και τα αφεντικά σου δεν θα καταλάβουν τίποτα.»
    Ο γάτος είχε νευριάσει με το θράσος του πόντικα.
    «Άκου εδώ να δεις πονηρέ. Η δουλεία μου είναι να προσέχω το κελάρι από κλέφτες σαν και του λόγου σου. Άμα σε αφήσω σήμερα να πάρεις καρύδι, θα έρθεις και αύριο. Με καλοταΐζουν που σας κρατώ μακριά από εδώ, όχι δα και να σου κάνω το χατίρι! Γι αυτό τώρα φύγε κι άσε με στην ησυχία μου. Χορτάτος μπορεί να είμαι αλλά σε λίγο η κοιλιά μου θα αρχίσει να γουργουρίζει πάλι και τότε δεν θα το σκεφτώ πολύ. Θα σε φάω κακομοίρη μου για μεζεδάκι!»
    «Θα φύγω κυρ-γατε και δεν θα σε ξαναενοχλήσω» είπε το ποντίκι. «να ξέρεις όμως πως εκτός από τρομακτικός είσαι και άκαρδος!»
    «Άντε τώρα γιατί με νευρίασες! Να χεις χάρη που σε λίγο θα φάω το βραδινό μου αλλιώς θα σου έλεγα. Ουστ από δω!»
    Έτσι, ο ποντικός έφυγε τρομαγμένος και ούτε που κοίταξε πίσω του. Όσο για τον γάτο, τεντώθηκε ξανά και ξάπλωσε φαρδύς πλατύς, περήφανος που έκανε σωστά την δουλειά του και τα ποντίκια τον φοβόντουσαν.
    Στην αυλή του αρχοντικού όμως ζούσε και ένας σκύλος, μεγάλος καφετής με σουβλερά δόντια. Δεν τον είχαν δεμένο μιας και από κουτάβι το είχαν μάθει να μην κουνιέται απ το καλύβι του παρά μόνο αν έπαιρνε μυρωδιά κανένα κλέφτη.
    Πήγε ο ποντικός ένα μεσημέρι και τον βρήκε.
    «Γεια σου κυρ-σκύλε του είπε.
    «Βρε καλώς τον πόντικα» είπε αυτός περήφανα.
    «Τι χαμπάρια, πώς και από εδώ;»
    «Βγήκα να πάρω λίγο αέρα τέτοια όμορφη μέρα που είναι. Καλά δεν έκανα κυρ-σκύλε» είπε ο ποντικός.
    «Καλά έκανες πόντικα, αλλά δεν με επισκέπτεσαι συχνά, ούτε και είμαστε φίλοι. Γι αυτό και παραξενεύομαι που ήρθες ως εδώ. Καλά δεν έκανα και ρώτησα;»
    «Μωρέ δεν έχεις άδικο, καλά κάνεις και ρωτάς αλλά τι να σου λέω τώρα.»
    «Για πες μου. Δεν έχω δα και τίποτε άλλο να κάνω.» είπε ο σκύλος που η περιέργεια του είχε φουντώσει.
    «Που λες κυρ-σκύλε στην άλλη μεριά της αυλής δεν μπορώ να ξεμυτίσω. Ο γάτος βλέπεις, τώρα που ο κύρης του σπιτιού τον όρισε αφεντικό, έχει πάρει αέρα και κάνει ότι του καπνίζει. Όλο με κυνηγάει, δε με αφήνει σε χλωρό κλαρί!»
    «Τι λες βρε πόντικα; Σοβαρά μιλάς;» είπε ο σκύλος ενοχλημένος. «Βρε τον παλιόγατο. Δεν μου λες όμως, μήπως πήγες στο κελάρι να πάρεις τίποτα και σε έκανε τσακωτό;»
    «Όχι κυρ-σκύλε, αλήθεια σου λέω.» είπε ο ποντικός.
    «Και δεν μου λες και κάτι άλλο, είπες πως ο κύρης του σπιτιού όρισε τον γάτο αφεντικό της αυλής; Όχι πως με πειράζει αλλά να, ο σκύλος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου απ όσο ξέρω. Αν έπρεπε να κάνει κάποιον αφεντικό στα πέριξ αυτός δεν θα έπρεπε να ήμουν εγώ; Εσύ τι λες πόντικα;»
    «Καλά τα λες κυρ-σκύλε. Άμα δεν ήσουν εσύ, όλο κλέφτες θα έμπαιναν σε αυτό το σπίτι.»
    «Αμ μπράβο!» είπε ο σκύλος.
    «Τι να κάνουμε όμως που ο γάτος είναι πονηρός και τυχερός μαζί. Άστα να πάνε!»
    Ο σκύλος στεναχωρήθηκε με αυτά τα νέα και χαμήλωσε τα αυτιά του.
    «Βρε μπας και με κοροϊδεύεις;» είπε στο τέλος.
    «Αν δεν με πιστεύεις τράβα να δεις. Μια ψαρούκλα μεγαλύτερη κι από σένα του σέρβιραν για μεσημέρι! Αν κρίνω απ το πιάτο σου που έχει ένα ξεροκόμματο και απ το δικό του, τότε δεν θέλει και πολύ μυαλό να το καταλάβεις ποιος κάνει κουμάντο στην αυλή.» είπε ο ποντικός.
    Ο σκύλος το σκέφτηκε για λίγο και τα έβαλε κάτω ένα ένα. Δεν ήταν άσχημο το ψωμί που έτρωγε μιας και ήταν πάντα φρέσκο και νόστιμο. Που και που έτρωγε και μαγειρευτό φαΐ, αλλά να τρώει ο γάτος ψάρι και μεγάλο μάλιστα αυτό παραήταν! Αν δεν ήταν αυτός εκεί να φυλάει το σπίτι όλο από τους κλέφτες, τότε η ζημιά θα ήταν μεγαλύτερη απ ότι αν μπει ποντικός στο κελάρι και πάρει κάνα δυο καρύδια. Η δουλειά του γάτου δεν ήταν τόσο σημαντική όσο του σκύλου. Έτσι λοιπόν, ο σκύλος πήγε να δει κρυφά τι έτρωγε ο γάτος.
    Είχε ξαπλώσει τεντωμένος και ροχάλιζε ενώ στο πιάτο του είδε ένα ψαροκόκαλο μεγάλο αφού αυτό είχε μείνει απ το πλούσιο γεύμα του. Γύρισε στο καλύβι του με την υπερήφανα του πληγωμένη και είπε στον ποντικό τι είδε.
    «Τα είδες που στα έλεγα κυρ-σκύλε; Έφαγε και κοιμάται του καλού καιρού. Για κοιμήσου εσύ και μην προσέχεις το σπίτι, να δεις πόσες μέρες θα μείνεις νηστικός, άσε που θα φας και ξύλο κιόλας.» είπε ο ποντικός. «Άντε, σε χαιρετώ τώρα γιατί έχω και δουλειές.»
    Από τότε λοιπόν, τον σκύλο τον έζωσαν τα φίδια. Δεν καθόταν σε ησυχία και κάθε φορά που ήταν η ώρα του φαγητού, πήγαινε στη γωνιά να δει τι έτρωγε ο γάτος. Ψάρι και ύπνο και τίποτε άλλο. Ο κύρης του σπιτιού είχε αρχίσει και νευρίαζε με την καινούρια ιδιοτροπία του σκύλου που άφηνε το πόστο του για να σουλατσάρει εδώ κι εκεί και του φώναζε συνέχεια, άσε που μια μέρα του έριξε δυο τρεις με την βέργα στην πλάτη και πήγε η φωνή σύννεφο! Που να ήξερε και εκείνος ο άνθρωπος τι στενοχώρια είχε βρει το φουκαρά το σκύλο.
    Ο ποντικός ξαναπέρασε μετά από λίγες μέρες και είδε το σκύλο στο πόστο του.
    «Τι χαμπάρια κυρ-σκύλε; πως τα περνάς;»
    Ο σκύλος τον κοίταξε στενοχωρημένος.
    «Καλώς τον πόντικα» είπε άκεφα «πώς να τα περνάω, δεν τα ξέρεις;»
    «Μωρέ τα ξέρω πως δεν τα ξέρω. Πολύ στενοχωριέμαι που σε βλέπω έτσι, σου μιλάω ειλικρινά.»
    «Άστα να πάνε πόντικα. Θα γελάνε όλοι οι σκύλοι μαζί μου στην γειτονιά.»
    «Έλα μωρέ, για σώπασε. Συμβαίνουν αυτά.» είπε ο ποντικός. «εμένα να ξέρεις άλλο με στεναχωρεί.»
    «Και ποιο είναι αυτό;» ρώτησε ο σκύλος.
    «Να, εκείνος ο γάτος που γυρνά και λέει σε όλους πως σου έχει βάλει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι.»
    «Μπα! Τι μου λες βρε πόντικα. Και για πες δηλαδή, τι άλλο λέει;»
    «Ε, άσε με τώρα να χαρείς. Μην σε φορτώνω και με άλλες σκοτούρες. Έχεις που έχεις την στενοχώρια σου τώρα.»
    «Βρε πες μου και κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα!» είπε ο σκύλος.
    «Καλά τότε, αφού θες να μάθεις θα στα πω. Γιατί είμαι φίλος καλός εγώ. Άκου τα λοιπόν. Προχθές που λες, τον άκουσα να λέει σε κάτι ξαδέλφια του, που του έκαναν επίσκεψη, πως γελάει με την καρδιά του με όλα αυτά που έπαθες. Όταν τις έφαγες δε απ το αφεντικό, εκεί να δεις γέλια που έκανε. Να ξέρεις πως αυτός βάζει λόγια και ακούς κατσάδες.»
    «Τι λες βρε πόντικα; Α τον παλιόγατο!» είπε ο σκύλος που είχε αρχίσει να νευριάζει πολύ.
    «Αμ το άλλο!» είπε ο ποντικός.
    «Έχει κι άλλο;» είπε ο σκύλος.
    «Αν έχει λέει; Την επόμενη φορά που θα φας κυνήγημα, είπε, θα φωνάξει όλα τα ξαδέλφια του, να δουν κι αυτά το ξύλο και την κατσάδα που τρως και να γελάνε παρέα. Τα ακούς κυρ-σκύλε»
    «Α τον βρομερό! Φώναξε ο σκύλος. «ώστε βάζει λόγια για να περνάω το απέρναγο κι αυτός να γελάει μαζί μου; Ως εδώ και μη παρέκει. Τώρα θα στον φτιάξω!»
    Παίρνει φόρα που λες ο σκύλος, και τρέχει προς το κελάρι. Εκείνη την ώρα, για καλή του τύχη, ο γάτος λιαζόταν και γλειφόταν. Είδε το σκύλο φουρκισμένο που έτρεχε κατά πάνω του και απόρησε γιατί δεν ήξερε κι αυτός τι παιχνίδι του είχε παίξει ο πονηρός ποντικός.
    Και έγινε μες την αυλή τέτοια φασαρία που ποτέ δεν είχε ξαναγίνει. Γαύγιζε ο σκύλος και έτρεχε και μπροστά έτρεχε ο γάτος και έσκουζε κι αυτός. Έφαγε και μια δαγκωνιά στην ουρά, άλλα ευτυχώς ξέφυγε, γιατί πάλι καλά που πρόλαβε να ανέβει κακήν κακώς επάνω σε μια μουριά με την γούνα του φουντωμένη. Τότε ο ποντικός, που το σχέδιο του δούλεψε, βρήκε την ευκαιρία και έτρεξε στο κελάρι, και μαζί μ αυτόν όλο του το σόι. Τι καρύδι άρπαξαν δεν λέγετε.
    Ο σκύλος γαύγιζε κάτω απ την μουριά και ο έρημος ο γάτος έβλεπε από ψηλά τα ποντίκια που άρπαζαν καρύδια, αλλά δεν μπορούσε να κατέβει ούτε για αστείο! Έλα όμως που από την φασαρία ξύπνησε ο κύρης του σπιτιού και βγήκε έξω με την βέργα. Ξυλοφόρτωσε τον σκύλο και όλα μπήκαν σε τάξη. Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έγινε τέτοιος σαματάς. Ο σκύλος και ο γάτος τα κουβέντιασαν, αφού ηρέμησαν τα πνεύματα και αφού έβγαλαν άκρη η παρεξήγηση λύθηκε. Ο σκύλος θα θυμόταν για καιρό και την κοροϊδία του πόντικα και το ραβδί που έφαγε. Έβαλε μυαλό όμως και ποτέ δεν ξαναέκανε τα ίδια λάθη και πέρασε καλά την υπόλοιπη ζωή του. Όσο για τον γάτο, έσκουζε για μέρες αφού τον πονούσε η ουρά του, αλλά του πέρασε και ο πόνος και η τρομάρα που πήρε. Όσο για τον πονηρό τον πόντικα, καλά πέρασε και αυτός και το σόι του ολόκληρο, αφού μάζεψαν καρύδια για όλο το χειμώνα. Είχε να το λέει κιόλας πόσο έξυπνος ήταν αφού κατάφερε να κοροϊδέψει και τα δυο ζωντανά.
    Και έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.

    πηγή: http://mikekourouvanis.wordpress.com/
    • Blogger Comments
    • Facebook Comments

    0 σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    Item Reviewed: Ο γάτος, ο σκύλος και ο πονηρός πόντικας... Rating: 5 Reviewed By: dognet